Nos personalia non concoquimus. Nostri consocii (Google, Affilinet) suas vias sequuntur: Google, ut intentionaliter te proprium compellet, modo ac ratione conquirit, quae sint tibi cordi. Uterque consocius crustulis memorialibus utitur. Concedis, si legere pergis.

Griechisch - deutsche Wortkunde

Α | α | β | γ | δ | ε | ζ | η | θ | ι | κ | λ | μ | ν | ξ | ο | π | ρ | σ | τ | υ | φ | χ | ψ | ω |
 
zurueck nach unten weiter

στερέω - 70  - σφάλλω

στέργω τοῖς παροῦσιν
bin mit dem Vorhandenen zufrieden
στερέω (ἀποστερέω)
raube, beraube
ἀποστερῶ ὑμᾶς τῆς ἐλευθερίας
beraube euch eurer Freiheit
ἀπσοτερῶ ὑμᾶς τὴν ἐλευθερίαν
beraube euch eurer Freiheit
φύσει πολῖται ὄντες νόμῳ τῆς πολιτείας ἀποστεροῦνται
von Natur Bürger, werden sie durch das Gesetz vom Bürgerrecht ausgeschlossen
στέρομαι
bin beraubt, entbehre
στέφω (στεφανόω)
umwinde, umkränze
τὸ στέμμα, τοῦ στέμματος (τὸ στέφος, τοῦ στέφους)
Binde, Kofbinde
ό στέφανος, τοῦ στεφάνου
Kranz (Stephan)
στεφανόω
bekränze
τὸ στῆθος, τοῦ στήθους
Brust (Stetho-skop)
στίζω
steche, brandmarke (stilus, stimulus, Stil, sticke, steche)
τὸ στίγμα, τοῦ στίγματος
Stich, Punkt, Brandmal (stigmatisiert)
ἡ στοά, τῆς στοᾶς
Säulengang, Halle (Stoiker)
τὸ στόμα, τοῦ στόματος
Mund, Mündung (Stimme)
ὁ στόμαχος, τοῦ στομάχου
Schlund, Magen
streue, breite aus, strecke hin (sterno, Stroh, streue)
τὸ στρῶμα, τοῦ στρώματος
Teppich, Decke
καταστρώννυμι
strecke zu Boden, bedecke
ὁ στρατός, τοῦ στρατοῦ
Heerlager, Heer
ἡ στρατιά, τῆς στρατιᾶς
Heer, Feldzug, Heereszug
τὸ στράτευμα, τοῦ στρατεύματος
Heer, Feldzug, Heereszug
ὁ στρατιώτης, τοῦ στρατιώτου
Soldat
στρατεύω (στρατεύομαι)
ziehe zu Feld, leiste Kriegsdienst
ἡ στρατεία, τῆς στρατείας
Heereszug, Kriegsdienst
ὁ στρατηγός, τοῦ στρατηγοῦ (ἄγω)
Heerführer, Feldherr (Stratege)
στρατηγέω
bin Heerführer, befehlige
στρατηγῶ τοῦ πεζοῦ
führe das Fußvolk
ἡ στρατηγία, τῆς στρατηγίας
Feldherrnamt, Kriegskunst (Strategie)
τὸ στρατόπεδον, τοῦ στρατοπέδου
Lager, Heer
στρατοπεδεύω (στρατοπεδεύομαι)
schlage ein Lager auf, lagere
στοχάζομαι
ziele auf, strebe nach; vermute, errate (Stochastik)
στοχάζομαι τοῦ σκοποῦ
strebe nach dem Ziel
drehe, wende (mich) (straff)
ἡ στροφή, τῆς στροφῆς
Umdrehung, Wendung (Strophe)
ὁ στρεπτός, τοῦ στρεπτοῦ
Halskette; Brezel (Kringel)
ἀναστρέφω
kehre um, wende um; wende mich um, mache kehrt, kehre zurück (Ana-strophe)
ἀποστρέφω
wende ab, bringe ab; wende mich ab, kehre um (Apo-strophe)
unterwerfe mir
ἡ καταστροφή, τῆς καταστροφῆς
Wendung, Ausgang; Umsturz, Unterwerfung (Katastrophe)
ὑποστρέφω
wende um, kehre um (tr. und intr.), kehre zurück
στυγέω
hasse, verabscheue; scheue mich (Styx)
στυγνός, στυγνή, στυγνόν
verhasst, abscheulich
στυγνὸς ὁρᾶν
finster dreinblickend
στυγερός, στυγερά, στυγερόν
verhasst, abscheulich
τὸ σῦκον, τοῦ σύκου
Feige (ficus, Feige)
ὁ συκοφάντης, τοῦ συκοφάντου
Angeber, Verleumder (Sykophant)
συλάω
beraube, nehme weg (A-syl - Freistätte)
συλῶ τοὺς συμμάχους τὰς ναῦς
nehme den Bundesgenossen ihre Schiffe weg
σύν (+ Dat.)
mit
σὺν Ἀθηνᾷ
mit Athenas Hilfe
σὺν αὐτῇ τῇ γυναικί
mitsamt seiner Frau
ὁ, ἡ σῦς, συός
Schwein, Sau, Eber, Keiler (sus, Sau)
συχνός, συχνή, συχνόν
dicht, zahlreich, häufig, beträchtlich
ἡ σφαῖρα, τῆς σφαίρας
Kugel, Ball (Sphäre, Atmo-sphäre)
bringe zu Fall, täusche (fallo, Fall)
zurueck nach oben weiter
Sententiae excerptae:

Fatal error: Uncaught Error: Undefined constant "dicta" in /homepages/44/d30717458/htdocs/GrWk/GrWk70s.php:356 Stack trace: #0 {main} thrown in /homepages/44/d30717458/htdocs/GrWk/GrWk70s.php on line 356