top

Systematische Grammatik der griechischen Sprache

Formenlehre - Konjugation

Verba contracta - Medium/Passiv (Kontraktion)  

zurueck nach unten weiter
    a - Stämme e - Stämme o - Stämme

 

 

τῑμά-ω - ich ehre

ποιέ-ω - mache

δουλό-ω - versklave

Indikativ
1.S.
2.S.
3.S.
1.P.
2.P.
3.P.
2.D.
3.D.
τῑμά-ο-μαι τῑμῶμαι
τῑμά- τῑμ
τῑμά-ε-ται τῑμᾶται
τῑμα-ό-μεθα τῑμώμεθα
τῑμά-ε-σθε τῑμᾶσθε
τῑμά-ο-νται τῑμῶνται
τιμά-ε-σθον τιμᾶ-σθον
τιμά-ε-σθον τιμᾶ-σθον
ποιέ-ο-μαι ποιοῦμαι
ποιέ- ποιῇ (εῖ)
ποιέ-ε-ται ποιεῖται
ποιε-ό-μεθα ποιούμεθα
ποιέ-ε-σθε ποιεῖσθε
ποιέ-ο-νται ποιοῦνται
ποιέ-ε-σθον ποιεῖ-σθον
ποιέ-ε-σθον ποιεῖ-σθον
δουλό-ο-μαι δουλοῦμαι
δουλό- δουλοῖ
δουλό-ε-ται δουλοῦται
δουλο-ό-μεθα δουλούμεθα
δουλό-ε-σθε δουλοῦσθε
δουλό-ο-νται δουλοῦνται
δουλό-ε-σθον δουλοῦ-σθον
δουλό-ε-σθον δουλοῦ-σθον
Konjunktiv
1.S.
2.S.
3.S.
1.P.
2.P.
3.P.
2.D.
3.D.
τῑμά-ωμαι τῑμῶμαι
τῑμά- τῑμ
τῑμά-ηται τῑμᾶται
τῑμα-ώμεθα τῑμώμεθα
τῑμά-ησθε τῑμᾶσθε
τῑμά-ωνται τῑμῶνται
τιμά-η-σθον τιμᾶ-σθον
τιμά-η-σθον τιμᾶ-σθον
ποιέ-ωμαι ποιῶμαι
ποιέ- ποι
ποιέ-ηται ποιῆται
ποιέ-ώμεθα ποιώμεθα
ποιέ-ησθε ποιῆσθε
ποιέ-ωνται ποιῶνται
ποιέ-η-σθον ποιῆ-σθον
ποιέ-η-σθον ποιῆ-σθον
δουλό-ωμαι δουλῶμαι
δουλό- δουλοῖ
δουλό-ηται δουλῶται
δουλό-ώμεθα δουλώμεθα
δουλό-ησθε δουλῶσθε
δουλό-ωνται δουλῶνται
δουλό-η-σθον δολῶ-σθον
δουλό-η-σθον δουλῶ-σθον
Optativ
1.S.
2.S.
3.S.
1.P.
2.P.
3.P.
2.D.
3.D.
τῑμα-ο-μην τῑμῴμην
τῑμά-οι-ο τῑμῷο
τῑμά-οι-το τῑμῷτο
τῑμα-ο-μεθα τῑμῴμεθα
τῑμά-οι-σθε τῑμῷσθε
τῑμά-οι-ντο τῑμῷντο
τιμά-οι-σθον τιμῷ-σθον
τιμα-οί-σθην τιμῷ-σθην
ποιε-ο-μην ποιομην
ποιέ-οι-ο ποιοο
ποιέ-οι-το ποιοτο
ποιε-ο-μεθα ποιο-μεθα
ποιέ-οι-σθε ποιο-σθε
ποιέ-οι-ντο ποιο-ντο
φιλέ-οι-σθον φιλοῖ-σθον
φιλε-οί-σθην φιλοί-σθην
δουλο-ο-μην δουλο-μην
δουλό-οι-ο δουλοο
δουλό-οι-το δουλοτο
δουλο-ο-μεθα δουλο-μεθα
δουλό-οι-σθε δουλο-σθε
δουλό-οι-ντο δουλο-ντο
δουλό-οι-σθον δουλοῖ-σθον
δουλο-οί-σθην δουλοί-σθην
Imperativ
2.S.
3.S.
2.P.
3.P.
2.D.
3.D.
τῑμά-ου τίμ
τῑμα-έ-σθω τῑμάσθω
τῑμά-ε-σθε τῑμᾶσθε
τῑμα-έ-σθων τῑμάσθων
τιμά-ε-σθον τιμᾶ-σθον
τιμα-έ-σθων τιμά-σθων
ποιέ-ου ποιοῦ
ποιε-έ-σθω ποιείσθω
ποιέ-ε-σθε ποιεῖσθε
ποιε-έ-σθων ποιείσθων
ποέ-ε-σθον ποεῖ-σθον
ποιε-έ-σθων ποιεί-σθων
δουλό-ου δουλοῦ
δουλο-έ-σθω δουλούσθω
δουλό-ε-σθε δουλοῦσθε
δουλο-έ-σθων δουλούσθων
δουλό-ε-σθον δουλοῦ-σθον
δουλο-έ-σθων δουλού-σθων
Inf.  
τῑμά-ε-σθαι τῑμᾶσθαι
ποιέ-ε-σθαι ποιεῖσθαι
δουλό-ε-σθαι δουλοῦσθαι
Partizip Nom.
τῑμα-ό-μενος τῑμώμενος
τῑμα-ο-μένη τῑμωμένη
τῑμα-ό-μενον τῑμώμενον
ποιε-ό-μενος ποιούμενος
ποιε-ο-μένη ποιουμένη
ποιε-ό-μενον ποιούμενον
δουλο-ό-μενος δουλούμενος
δουλο-ο-μένη δουλουμένη
δουλο-ό-μενον δουλούμενον
Gen.
τῑμα-ο-μένου τῑμωμένου
τῑμα-ο-μένης τῑμωμένης
τῑμα-ο-μένου τῑμωμένου
ποιε-ο-μένου ποιουμένου
ποιε-ο-μένης ποιουμένης
ποιε-ο-μένου ποιουμένου
δουλο-ο-μένου δουλουμένου
δουλο-ο-μένης δουλουμένης
δουλο-ο-μένου δουλουμένου
Imperfekt
1.S.
2.S.
3.S.
1.P.
2.P.
3.P.
2.D.
3.D.
ἐ-τῑμα-ό-μην τῑμώμην
ἐ-τῑμά-ου τῑμ
ἐ-τῑμά-ε-το τῑμᾶτο
ἐ-τῑμα-ό-μεθα τῑμώμεθα
ἐ-τῑμά-ε-σθε τῑμᾶσθε
ἐ-τῑμά-ο-ντο τῑμῶντο
ἐ-τιμά-ε-σθον ἐ-τιμᾶ-σθον
ἐ-τιμα-έ-σθην ἐ-τιμά-σθην
ἐ-ποιε-ό-μην ποιούμην
ἐ-ποιέ-ου ποιοῦ
ἐ-ποιέ-ε-το ποιεῖτο
ἐ-ποιε-ό-μεθα ποιούμεθα
ἐ-ποιέ-ε-σθε ποιεῖσθε
ἐ-ποιέ-ο-ντο ποιοῦντο
ἐ-ποιέ-ε-σθον
ἐ-ποιεῖ-σθον
ἐ-ποιε-έ-σθην ἐ-ποιεί-σθην
ἐ-δουλο-ό-μην δούλούμην
ἐ-δουλό-ου δούλοῦ
ἐ-δουλό-ε-το δούλοῦτο
ἐ-δουλο-ό-μεθα δουλούμεθα
ἐ-δουλό-ε-σθε δουλοῦσθε
ἐ-δουλό-ο-ντο δούλοῦντο
ἐ-δουλό-ε-σθον ἐ-δουλοῦ-σθον
ἐ-δουλο-έ-σθην ἐ-δουλού-σθην
zurueck nach oben weiter
bottom
[ Homepage | Inhalt | News | Hellas 2000 | Stilistik | Latein | Lat.Textstellen | Griechisch | Griech.Textstellen  | Griech.Online-WörterbuchBeta-Converter | Varia | Mythologie | Ethik | Links | Literaturabfrage | Forum zur Homepage | Partnerwerbung | Spende | Passwort | Feedback ]

Site-Suche untersttzt von FreeFind

Site Map
Neu ist

Site-Suche:
Benutzerdefinierte Suche
Web-Suche:
Benutzerdefinierte Suche
bottom © 2000 - 2010 - Letzte Aktualisierung: 04.02.2009 - 08:09