| αἰζηός, der jugendliche, rüstige Mann, Hes.Op. 441 τεσσαρακονταετὴς αἰζηός (vgl. ζάω, ζέω); Hom. oft, zweimal als adject. u. mitten im Verse, Hom.Il. 16, 716 ἀνέρι εἰσάμενος αἰζηῷ τε κρατερῷ τε, Ἀσίῳ, ὃς μήτρως ἦν Ἕκτορος, 23. 432 δίσκου, ὅν τ' αἰζηὸς ἀφῆκεν ἀνὴρ πειρώμενος ἥβης, sonst immer als subst. u. Versende, κύνες μετεκίαθον ἠδ' αἰζηοί Hom.Il. 18, 581, ἔργα κατήριπε κάλ' αἰζηῶν 5, 92, δικαζομένων αἰζηῶν Hom.Od. 12, 440, δαϊκταμένων αἰζ. Hom.Il. 21, 146. 301, ἀρηιθόων αἰζ. Hom.Il. 8, 298. 15, 315. 20, 167, διοτρεφέων αἰζ. Hom.Il. 2, 660. 4, 280, θαλερῶν αἰζ. Hom.Il. 14, 4. 10, 259, κύνες θαλεροί τ' αἰζηοί Hom.Il. 3, 26. 11, 414, κύνας θαλερούς τ' αἰζηούς Li. 17, 282, πολέας ὀλέσαντ' αἰζηούς Hom.Il. 15, 66; – Hes.Th. 863 κασσίτερος ὡς τέχνῃ, ὑπ' αἰζηῶν ὑπό τ' εὐτρήτου χοάνοιο θαλφθείς; – Apoll. Rh. 4, 268 προτερηγενέων αἰζηῶν. |