| ἐντριβής, ές, an etwas gerieben, in etwas geübt, erfahren; πρὶν ἂν ἀρχαῖς τε καὶ νόμοισιν ἐντριβὴς φανῇ Soph.Ant. 177; τῇ τοιαύτῃ τέχνῃ Plat.Lg. VI, 769 b; Sp.; ἐντριβεῖς γενέσθαι καὶ γυμνασθῆναι vrbdt Isoc. – Sp. auch τινός, wie πληγῶν Schol. Hom.Il. 11, 559. – Adv. ἐντριβῶς, Eust. |