| ἐμφαντικός, ἡ, όν, 1) bezeichnend, τινός etwas, τῆς δικαιοσύνης ἐμφαντικωτάτη ἡ πεντάς, Theol.Ar.27. - 2) nachdrücklich, παράκλησις Pol.18, 23, 2, λόγος, Plut. - Adv. ἐμφαντικῶς, Komp. ἐμφαντικώτερον Pol. 12, 27, 10, Sup. ἐμφαντικώτατα Philo. - schlechte Schreibweise dafür: ἐμφατικός. |